«Αντρέι Ρουμπλιόφ» – Αφιέρωμα στο αριστούργημα του Ταρκόφσκι

Η ιστορία πίσω από το αριστούργημα του Andrei Tarkovsky

Ερωτηθείς από τη δημοσιογράφο Donatella Baglivo για το τί είναι τέχνη, ο Σοβιετικός σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι είχε δηλώσει: «Είναι ένας από τους τρόπους προ­σέγ­­γισης ενός πνευματικού πλούτου στην ανθρώπινη ζωή, καθώς και πως η αντίληψη κάποιων ατόμων πως πρόκειται για γνώση είναι λανθασμένη, αφού η τέχνη (ξεπερνά την στεγνή γνώση στην στενότερη έννοιά της) και εξυ­ψώνει τον άνθρωπο προκειμένου να ξεπεράσει τον εαυτό του και να φτάσει σ’ αυτό που ονομάζεται ελεύθερη βούληση».

Δημιουργία

Σαν πειστήριο των απόψεών του ο Ταρκόφσκι άφησε παρακαταθήκη την ται­νία «Αντρέι Ρουμπλιόφ». Η ιστορία της ακολουθεί τον γνωστότερο Ρώσο αγιο­γράφο του Μεσαίωνα, ο οποίος έχει ανακηρυχτεί από τη ρώσικη ορθόδοξη εκκλησία άγιος. Ο Ρουμπλιόφ είναι ταλαντούχος και οι πολεμικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής του τον προτρέπουν να απαρνηθεί τη τέχνη του, μέχρι να κατανοήσει πως «ο καλλιτέχνης υπάρχει επειδή ο κόσμος δεν είναι τέλειος».

Ο Ταρκόφσκι είχε σκοπό να δημιουργήσει μια ταινία για την ιστορική προσω­πικότητα του Ρουμπλιόφ από το 1961, ύστερα από την πρόταση του ηθοποιού Βασί­λι Λιβάνωφ, που είχε βλέψεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Τελικά έκανε επίσημη πρόταση στο κινηματ­ογραφικό στούντιο της  Mosfilm για έγκριση και χρηματο­δότηση του εγχειρήματος. Μετά την επιτυχία που γνώρισε σε διεθνή φεστιβάλ η πρώτη του ταινία «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» τον επόμενο χρόνο, η εταιρία αποδέχθηκε το αίτημα του και ξεκίνησε την παραγωγή το Δεκέμβριο του ’63. Ήδη ο Ταρκόφσκι είχε ξεκινήσει να δουλεύει το σενάριο, μαζί με τον φίλο του Andrei Konchalovsky. Τον Απρίλιο του ’64 το στούντιο ενέκρινε το κείμενο κι επέστρεψε στον σκηνοθέτη να ξεκινήσει γυρίσματα. Κι ενώ ο τύπος έδωσε έντονη σημασία στα ιστορικά και επικά στοιχεία του σεναρίου, ο στόχος του Ταρκόφσκι ήταν πολύ διαφορετικός.

Παρότι ο Ταρκόφσκι γύριζε την βιογραφία μιας ιστορικής προσωπικότητας, προτίμησε να εστιάσει στη σημασία που είχε ο Ρουμπλιόφ για τη ρώ­­σι­­κη κουλτούρα και τέχνη. Δεν τον ενδιέφερε να μιλήσει για ιστορικά γεγονότα και για πολεμικές συρράξεις, αλλά για τον αντίκτυπο που είχαν στην δημιουργική προσωπικότητα  του μεγάλου ζωγράφου. Ακόμη, είχε σκοπό να ψυχογραφήσει την ωρίμανση ενός καλλιτέχνη και την την ανάπτυξη του ταλέντου του μέσα σε δύσκολους και­ρούς. Ήθελε να μιλήσει πάνω απ’ όλα για έναν άνθρωπο.

Σαν σύμμαχό του επέλεξε τον άγνωστο ως τότε θεατρικό ηθοποιό Anatoly Solonitsyn που, διαβάζοντας το σενάριο της ταινίας, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τον ρόλο. Μέχρι που ταξίδεψε και στη Μόσχα από την Αικατερινούπολη για να συναντήσει τον Ταρκόφσκι. Εκείνος είδε στον Solonitsyn αυτό που ήθελε ακριβώς, ένα πρόσωπο που ταίριαζε με τον Ρουμπλιόφ στην εξωτερική εμφάνιση αλλά και που μπορούσε να εκφράσει σωστά το ψυχολογικό βάθος του χα­ρα­κτήρα. Έναν κινηματογραφικό ηθοποιό που να μη κάνει τις ερωτήσεις που κατά παράδοση ταιριάζουν μόνο στο θέατρο, όπως συνέβαινε με τους ηθοποιούς των τότε ΕΣΣΔ. Η συνεργασία τους ήταν επιτυχημένη.

Για την κινηματογράφηση της ταινίας ο Ταρκόφσκι επέλεξε να χρησι­μο­ποιήσει ασπρόμαυρο φιλμ για το κύριο μέρος και στον επίλογο μόνο να κάνει χρήση έγχρωμου, προκειμένου να δείξει μερικές από τις σπουδαιότερες εικόνες του αγιογράφου. Την επιλογή του αυτή την δικαιολογεί σε συνέντευξή του λέγοντας πως «στην καθημερινή ζωή κανείς δεν παρατηρεί συνειδητά χρώματα». Έτσι, παρότι η τέχνη του καλλιτέχνη έχει χρώμα, η ζωή του είναι ασπρόμαυρη. Αυτόν και πολλούς ακόμη συμβολισμούς τοποθετεί στη ταινία του ο σκηνοθέτης, κάνοντας το ύφος της ποιητικό.

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1965 και ολοκλη­ρώθη­καν ένα χρόνο αργότερα μετά από πολλά προβλήματα. Αρχικά ο προ­ϋπο­λογισμός έπεσε από το 1,5 εκατομμύρια ρούβλια στο 1 εκατομμύριο, σε αντίθεσή με την μεταφορά του «Πόλεμος και Ειρήνη» του Λέοντα Τολστόι, που ξεπέρασε την ίδια περίοδο τον προϋπολογισμό των 8,5 εκατομμυρίων. Οι περικοπές αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα την α­φαί­­ρεση πολλών σκηνών του αρχικού σεναρίου, όπως μια μεγάλη εναρκτήρια σκηνή μάχης των Τατάρων με τους Ρώσους. Ύστερα όμως από μια χιονοστιβάδα που προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και καθυστερήσεις, ο προϋπολογι­σ­μός έφτασε τα 1,3 εκατομμύρια. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που η ταινία άργησε τόσο πολύ να ολοκληρωθεί.

Πόλεμος

Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Ταρκόφσκι παρέδωσε στους παρα­γωγούς τη ταινία με τον τίτλο «Τα Πάθη Σύμφωνα με τον Αντρέι» και διάρ­κεια 205 λεπτών. Όμως οι επικεφαλείς της επιτροπής λογοκρισίας κινηματογράφου της ΕΣΣΔ, ή αλ­λιώς Goskino, απογοητεύτηκαν από το έργο. Περίμεναν μια ακόμη δαιδαλώδη βιογραφία χωρίς τα ποιητικά στοιχεία και την μη γραμμική αφήγηση του τελικού έργου. Όμως ποιοι ήταν οι λόγοι, πέρα από αυτούς τους προφανείς; Ο «Αντρέι Ρουμπλιόφ» πέρα από καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια ται­νία για την ελευθερία της σκέψης και τη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Και ειδικά για ένα καθεστώς που υποστηρίζει την αθεΐα και που δεν επιτρέπει την ελευ­θερία στην σκέψη, τέτοια έργα κρίνονται επικίνδυνα.

Αρχικά απαίτησαν από τον σκηνοθέτη να κόψει μερικές σκηνές από την ταινία, που οδήγησαν σε μια έκδοση 190 λεπτών. Παρά τις αντιδράσεις του Ταρκόφσκι, η επιτροπή απαίτησε περαιτέρω περικοπές που οδήγησαν σε μια έκδοση 4 λεπτά μικρότερη. Τότε η επιτροπή δέχθηκε να γίνει μια δο­κιμαστική προβολή αποκλειστικά για κινηματογραφικούς κριτικούς, η οποία είχε πολύ καλές αντιδράσεις. Όταν τον Φεβρουάριο του ’67 η επιτροπή δεν είχε δώσει ακόμη άδεια για την επίσημη κυκλοφορία και μάλιστα απαίτησε περισσότερες περικοπές, ο Tarkovsky αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.

Η άρνησή του αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να απαγορευθεί η έξοδος της ταινίας στις αίθουσες για μερικά χρόνια. Έτσι ξεκίνησε κι ο πόλεμος του Ταρκόφσκι με την επιτροπή και τα ρώσικα στούντιο, μέχρι που αποστάτησε από την Σοβιετική Ένωση.

Κυκλοφορία και Αναγνώριση

Η ταινία θα έμενε στην αφάνεια και το σκοτάδι για πάρα πολύ καιρό αν δεν γινόταν παρέμβαση από το εξωτερικό. Το 1967 το φεστιβάλ των Καννών είχε σχεδιάσει να τιμήσει την πεντηκοστή επέτειο της Οκτωβριανής Επαναστάσεως με ένα αφιέρωμα στο Σοβιετικό Κινημα­τογράφο. Έτσι επέλεξαν μέσα στις ταινίες τους και τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ» και έστειλαν στην ΕΣΣΔ επιστολή με στόχο τη συμμετοχή της ταινίας στο φεστιβάλ. Η απάντηση όμως ήταν αρνητική, με τη δικαιολογία πως δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη.

Όμως οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ έστειλαν και δεύτερη πρόσκληση για την συμμετοχή της ταινίας δύο χρόνια μετά. Οι Σοβιετικοί αυτή τη φορά δέχθηκαν, με τον όρο όμως το έργο να είναι εκτός συναγωνισμού για τον Χρυσό Φοίνικα. Η ταινία προβλήθηκε μόνο μια φορά στο φεστιβάλ, την τελευταία του μέρα και στις 4 τα ξημερώματα. Αυτό δεν εμπόδισε το κοινό να αγαπήσει το έργο και να κερδίσει πολλούς υπο­στηρικτές, μαζί με το βραβείο FIPRESCI. Παρά τις αντιδράσεις της ΕΣΣΔ, ένας Γάλλος διανομέας αγόρασε τα δικαιώματα του «Αντρέι Ρουμπλιόφ», με αποτέλεσμα την κυκλοφορία του στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Όμως και στα ρώσικα εδάφη υπήρχαν αντιδράσεις υπέρ της ταινίας, με αρκετούς από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες και δημοσιογράφους να πιέζουν την Goskino για την κυκλοφορία της ταινίας. Ο ίδιος ο Ταρκόφσκι δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται με επιστολές κι επισκέψεις σε υψηλά πρόσωπα της κυβερνήσεως. Τελικά η ταινία κυκλοφόρησε στις αίθουσες την Παραμονή Χριστουγέννων του 1971 στην εκδοχή των 186 λεπτών. Σύμφωνα με το προσωπικό ημερολόγιο του Ταρκόφσκι, οι κινηματογράφοι γέμιζαν σε κάθε προβολή. Άσχετα με το γεγονός πως σε ολόκληρη την πόλη δεν υπήρχε η παραμικρή αφίσα ή διαφημιστικό για την ταινία, οι εισπράξεις της έφτασαν τα 2.98 εκατομμύρια ρούβλια. Η ταινία προβλήθηκε το 1973 στη ρώσικη τηλεόραση με περικοπές που δεν είχαν εγ­κριθεί από τον Ταρκόφσκι και με περαιτέρω  περικοπές στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ, παίρνοντας αποθαρυντικές κριτικές.

Χρόνια αργότερα η ταινία κυκλο­φό­ρησε στην αρχική της μορφή και έτσι αποκαταστάθηκε στα μάτια των κριτικών, ώστε να βρίσκεται σε υψηλές θέσεις σε λίστες για τις καλύ­τερες ταινίες όλων των εποχών. Η ταινία ενέπνευσε παγκοσμίως τον σεβασμό σε άλλους μεγάλους σκη­νο­θέτες. Αν υπάρχει κάτι που να αξίζει να αναφερθεί για να το αποδείξει αυτό, είναι τα λόγια του κορυφαίου Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman: «Όταν η τέχνη δεν είναι ντοκουμέντο, είναι όνειρο. Γι’ αυτό ο Ταρκόφσκι είναι ο μεγαλύτερος απ’ όλους. Κινείται με τεράστια φυσικότητα στο δωμάτιο των ονείρων. Δεν εξηγεί. Τι πρέπει να εξηγήσει άλλωστε; Είναι ένας θεατής, ο οποίος έχει την ικανότητα να στήνει τα οράματά του στο πιο δυσκίνητο αλλά, κατά κάποιο τρόπο, το πιο πρόθυμο μέσο».

Ο Αντρέι Ταρκόφσκι κατάφερε να κάνει μια ταινία που άλλαξε τόσο το Σοβιετικό όσο και το παγκόσμιο σινεμά. Πολλοί σκηνοθέτες, ακολουθώντας τα χνάρια του, ξεκίνησαν να δημιουργούν καλλιτεχνικές ται­νίες χωρίς στρωτή αφήγηση και με πολλούς συμβολισμούς και νοήματα.  Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ταρκόφσκι έδειξε την δύναμη της τέχνης που ξεπερνάει κάθε εμπόδιο και μένει πάντα τέχνη. Τι και αν τελικά οι συνθήκες στη Ρωσία έγιναν τόσο αντίξοες γι’ αυτόν, ώστε τελικά να απόστατήσει μετά από 15 χρόνια αγώνα; Κατάφερε να ολοκληρώσει και να προβάλει ένα έργο που μένει στην μνήμη όλων, ενήμερων και μη θεατών. Ένα έργο που μιλάει για τον Θεό σ’ ένα κράτος αθεΐας, μια έκφραση ελευθερίας σε ένα απολυταρχικό καθεστώς.

 

Tags:

  • Ο Χρήστος Γιαννάκενας δεν θέλει να γράφει για ταινίες μπας και ξεχάσει πως δεν έχει ακόμα τελειώσει τις σπουδές του, αλλά επειδή αγαπάει το σινεμά. Συχνά γράφει άλλα πράγματα, όπως ιστορίες ή ιδέες για ταινίες, αλλά κυρίως βαριέται. Που ξέρεις; Αν σήμερα δεν βαριέται μπορεί να διαβάσεις κάτι καινούργιο...

  • Προβολή σχολίων

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Προτεινόμενα

«Young Frankenstein» – Η ιστορία πίσω από την ταινία

Στις είκοσι Απριλίου του 1815, το ηφαίστειο στο όρος Ταμπόρα της Ινδονησίας εξερράγη. Ένα ...

«Η Ζωή είναι Ωραία» – Αφιέρωμα

Τι είπατε μπροστά στα παιδιά σας την τελευταία φορά που τελείωσε ο καφές και ...

«Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» – Από το χαρτί στην εικόνα

Το "Κουρδιστό Πορτοκάλι" ήταν ένα βιβλίο που έγινε ταινία. Παρά τις διαφορές τους, ο ...

«Ο Τελευταίος Σαμουράι» – Πίσω από την ιστορία

Για την θρησκεία κάποιων ορεινών λαών της άπω ανατολής, κατά την μετά θάνατον ζωή ...