«Miss Violence» – Κριτική

Την πρώτη φορά που άκουσα για τη «Miss Violence», εκδήλωσα μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο. Μια ταινία που μιλάει για την αυτοκτονία ενός μικρού κοριτσιού την ημέρα των γενεθλίων του και τα μυστικά που κρύβονταν ήδη πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες του σπιτιού μόνο ενδιαφέρον μπορεί να προκαλέσει. Αναφέροντας το θέμα στους δικούς μου ανθρώπους άκουσα πολλά αποθαρυντικά σχόλια. Ένα από αυτά: «ταινίες σαν αυτές προσπαθούν να δείξουν μια σκληρή πλευρά που έχει στόχο να προσβάλει την χώρα μας και την οικογένεια γενικότερα». Και είναι αλήθεια, κάποια θέματα είναι δύσκολα από την φύση τους. Πόσο μάλλον όταν αποτυπώνονται στην οθόνη. Βλέποντας όμως το τελικό έργο του Αλεξάνδρου Αβρανά βγάζω διαφορετικό συμπέρασμα.

Φρέσκια από την μεγάλη νίκη της στο 70ο Φεστιβάλ Βενετίας (με βραβεία Αργυρού Λέοντα Σκηνοθεσίας και το βραβείο Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας), η «Miss Violence» έρχεται στις ελληνικές αίθουσες για να… εχμ, εδώ οι απόψεις διίστανται. Πολλοί μπορούν να πουν έτσι απλά πως έρχεται να σοκάρει, άλλοι πως θέλει να δώσει κάτι. Εγώ όμως θα έλεγα πως η ταινία προσπαθεί να ανοίξει τις πόρτες κάθε διαμερίσματος, κάθε πολυκατοικίας και να δείξει πως κάθε σπίτι έχει ένα σταυρό να κουβαλήσει, όμως κάποια έχουν πολύ βαρύτερο. Και εμείς πρέπει να έχουμε ανοιχτά αυτιά και μάτια για να καταγγέλλουμε όσα κάποιοι άλλοι δεν έχουν τη δύναμη να πολεμήσουν.

Απ’ όπου και να πας να πιάσεις την ταινία, ακουμπάς χρυσό. Ο Αλέξανδρος Αβρανάς έχει μια υπέροχη και συνάμα στενάχωρη διάθεση να δείξει τα πάντα μέσα σε σπίτια, γραφεία, δημόσιες τουαλέτες και πατάρια στεγνοκαθαριστηρίων. Η κάμερά του συνήθως μένει ακίνητη σε μια γωνία, αμέτοχος παρατηρητής. Τις στιγμές όμως που κινείται γίνεται μέρος της ταινίας, ξεχωριστός χαρακτήρας και πρωταγωνιστής στη σκηνή. Το στήσιμο των ηθοποιών είναι εξίσου θετικό, σε σημείο που να θυμίζει θεατρική παράσταση, δείχνοντας την επιρροή του από το έργο του Μίκαελ Χάνεκε. Και η δουλειά του Αβρανά τον τοποθετεί στη θέση του πιο υποσχόμενου σκηνοθέτη της χώρας μας αυτή τη στιγμή.

Ένα όμως απ’ τα σπουδαιότερα στοιχεία της ταινίας είναι οι ερμηνείες. Σ’ ένα καστ που κλέβει την παράσταση, τα παιδιά είναι τρομερά, ειδικά με την δυσκολία στο θέμα και τους ρόλους. Απ’ τα τρία παιδιά ξεχωρίζει η έφηβη Σίσσυ Τουμάση με το τρομερό για την ηλικία της ταλέντο. Και τα δύο μικρότερα παιδιά, όμως, στέκονται επάξια απέναντι στις δύσκολες δοκιμασίες του έργου, ερμηνεύοντας κιόλας αυτό το οποίο στοχεύει ο Αβρανάς : την ανάκλαση μιας θρυμματισμένης αθωότητας.

Στους μεγαλύτερους ηλικιακά ηθοποιούς έχουμε την Ελένη Ρουσσινού στο ρόλο της μεγαλύτερης κόρης και μητέρας των δύο μικρότερων παιδιών. Δεν δειλιάζει ούτε μια στιγμή να τσαλακώσει την ομορφιά της και σε πολλά σημεία να μας σοκάρει με την μετάβασή της από την αδράνεια στην υπερκινητικότητα. Στο ρόλο της μητέρας και γιαγιάς η Ρένη Πιττακή ξετυλίγει όλο της το ταλέντο και συγκλονίζει μέσα από τον κυνισμό και την εκφραστικότητα ενός πολυσύνθετου και τολμηρού ρόλου.

Αυτός που όμως ξεχωρίζει και που -στην κυριολεξία- κουβαλά την ταινία στην πλάτη του είναι ο Θέμης Πάνου. Το μόνο που έχω να σχολιάσω είναι πως με την δουλειά του ο κύριος Πάνου καταφέρνει από το πρώτο λεπτό της ταινίας μέχρι το τελευταίο να μας πείσει πως είναι αυτός ο άνθρωπος, ο οικογενειάρχης με το προσωπείο και την εσωτερική φθορά του ατόμου που φέρει τον ρόλο του προστάτη μιας πολυμελούς οικογενείας. Χωρίς υπερβολές, πιστεύω πως μας προσφέρει μια από τις καλύτερες και συγκλονιστικότερες ερμηνείες αυτής της κινηματογραφικής χρονιάς.

Την δουλεία της κάνει και η τεχνική ομάδα της ταινίας. Η φωτογραφία της Ολυμπίας Μυτιληναίου είναι ό,τι πρέπει για την ταινία. Τα μουντά εσωτερικά φώτα ή η έλλειψη φωτός κάνουν την ταινία και την άσχημη ιστορία που διηγείται να σαγηνεύει και να μοιάζει με κάτι όμορφο. Τα σκηνικά είναι λιτά και ρεαλιστικά, μας τοποθετούν σ’ ένα σπίτι που μυρίζει δεκαετία ’70. Φαίνεται σχεδόν ανέπαφο με τον υπόλοιπο κόσμο και την διάβρωσή του, κρύβοντας όμως μια χειρότερη φθορά. Σε πέντε σημεία της ταινίας ένα ραδιόφωνο ή μια τηλεόραση παίζει κάποιο τραγούδι και αυτή είναι η μόνη μουσική της ταινίας. Όμως αυτό που μπορεί να με εντυπωσίασε λίγο παραπάνω τεχνικά ήταν η χρήση του ήχου. Είτε καθαρίζεται ένα πιρούνι με μια πετσέτα, είτε μια πόρτα βγαίνει από την θέση της, εμείς το ακούμε.

Τώρα για το σενάριο είναι δύσκολο να μιλήσουμε άνετα, μιας και δεν μπορούμε να πούμε πολλές λεπτομέρειες για την πλοκή. Ο θεατής πρέπει να μπει φρέσκος και ανεπηρέαστος μέσα στον κινηματογράφο για να παρακολουθήσει το έργο. Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να κάνουμε κάποιες μη-spoiler παρατηρήσεις. Οι διάλογοι είναι λιτοί, η πλοκή έχει συνοχή και μέχρι το τελευταίο τέταρτο ο θεατής δεν έχει δει το πρόσωπο του τέρατός. Στο σπίτι της οικογένειας συνεχώς κλείνουν πόρτες και συνεχώς ακούγεται η φράση «εδώ μέσα δεν υπάρχουν μυστικά». Η φαινομενική ηρεμία εύκολα μετατρέπεται σε ένταση από το πρώτο λεπτό, ενώ οι σκηνές πολύ συχνά φτάνουν στα άκρα. Μια συζήτηση μπορεί να διακοπεί από ένα χαστούκι, ένα ήρεμο τραπέζι από το πέταγμα ενός πιάτου ή μια συνάντηση σ’ ένα γνωστό σπίτι από έναν ξαφνικό και απρόσμενο εμετό!

Και αυτό που εκπλήσσει είναι πως όλα αυτά δεν είναι αυθαιρεσίες που στοχεύουν στο σοκ. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικό γεγονός που συνέβη στη Γερμανία πριν από κάποια χρόνια. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, η ταινία βασίζεται στην αλήθεια, η οποία πάντα είναι σκληρή.

Κι εδώ που τα λέμε, ο παράγοντας «αλήθεια» είναι που διαχωρίζει την ταινία από τις ταινίες του «περίεργου ελληνικού κύματος». Ο «Κυνόδοντας», οι «Άλπεις» και το «Attenberg» είναι σουρεαλιστικές ταινίες που έχουν μια πιο συμβολιστική στάση απέναντι στα πράγματα. Το «Miss Violence», όμως, είναι μια καθαρά ρεαλιστική ταινία. Όμως μπορεί να αποθαρρύνει το ευρύτερο κοινό, εφόσον η ωμότητα και η λιτότητα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ωραιοποίηση και το λυρισμό που πολλοί προτιμούν να παρακολουθούν όταν πηγαίνουν στον κινηματογράφο. Με άλλα λόγια, το «Miss Violence» είναι σινεμά για δυνατούς λύτες.

Και κάτι άλλο, που πολύ έχουμε ακούσει τελευταία είναι πως η ταινία προσπαθεί να κριτικάρει την ελληνική οικογένεια και συνάμα πραγματικότητα. Όμως ο Αβρανάς φτιάχνει μια ταινία παγκόσμια και όχι καθαρά ελληνική: η χώρα μας δεν διαφέρει και πολύ από τον υπόλοιπο κόσμο γιατί παντού υπάρχουν άνθρωποι, συνεπώς παντού υπάρχουν το καλό και το κακό. Τα μόνα στοιχεία πως η ταινία είναι ελληνική είναι η γλώσσα και κάποια ονόματα που είναι απαραίτητα να ακουστούν. Όμως θα μπορούσε να έχει γυριστεί σε οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο.

 

Trailer

 

Ολοκληρώνοντας θα πρότεινα σε όλους να παρακολουθούσαν το έργο, καθώς πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες της χρονιάς. Όμως πρέπει πρώτα να έχετε στο μυαλό σας πως δεν θα είναι εύκολη εμπειρία. Η ωμότητα της μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική από πολλούς και σχεδόν σίγουρα να αποστρέψει. Όμως αν είστε σκληροπυρηνικοί σινεφίλ τότε δεν έχετε τίποτα να χάσετε. Ίσα-ίσα, θα έχετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε ένα άρτιο φιλμ, με τρομερές ερμηνείες και αριστοτεχνική σκηνοθεσία. Μια ταινία από που μας κάνει περήφανους που σε τόσο δύσκολους καιρούς για τον Ελληνικό Κινηματογράφο.

Tags:

  • Ο Χρήστος Γιαννάκενας δεν θέλει να γράφει για ταινίες μπας και ξεχάσει πως δεν έχει ακόμα τελειώσει τις σπουδές του, αλλά επειδή αγαπάει το σινεμά. Συχνά γράφει άλλα πράγματα, όπως ιστορίες ή ιδέες για ταινίες, αλλά κυρίως βαριέται. Που ξέρεις; Αν σήμερα δεν βαριέται μπορεί να διαβάσεις κάτι καινούργιο...

  • Προβολή σχολίων

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

Προτεινόμενα

«Mother!» – Κριτική

Έχοντας μόλις παρακολουθήσει το «Mother!» (με θαυμαστικό παρακαλώ) μπορώ εύκολα να φέρω μια πολύ ...

Καζαντζάκης – Κριτική

«Καβάφης», «Ελ Γκρέκο», «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», και τώρα «Καζαντζάκης». Ένα ακόμη αγιογράφημα ...

«Manchester by the Sea» – Το ψυχογράφημα της απώλειας

Ανάμεσα στις περισσότερες φετινές υποψηφιότητες για το Oscar Καλύτερης Ταινίας, το «Manchester by the ...

«Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές» – Κριτική

Το ολοκαίνουριο remake του κλασικού αριστουργήματος της Αγκάθα Κρίστι «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές» είναι ήδη ...

«Πειρατές της Καραϊβικής: Η εκδίκηση του Σαλασάρ» – Κριτική

Μετά από αμέτρητες αναβολές και έντονο παρασκήνιο, οι νέοι «Πειρατές της Καραϊβικής» βρέθηκαν τελικά ...

«Nocturnal Animals» – Ο Tom Ford διδάσκει καλλιτεχνικό ήθος

Από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε, το «Nocturnal Animals» έγινε η επόμενη ταινία που ...